THOUSANDS OF FREE BLOGGER TEMPLATES �

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013

passing

έκλαψες, ξαναέκλαψες
περίμενες άσκοπα
δεν το είπες σε κανέναν, το είπες σε όλους
έγραψες, έσκισες τα γραπτά σου, ξαναέγραψες, έκλαψες
ήρθε η α και ήπιατε ό,τι είχες σπίτι σου
μετά έφυγε και έκλαψες
έτρεμες, φώναξες, παρακάλεσες
φοβήθηκες 
περίμενες και περίμενες
έκλαψες και πάλι
έκλεισες τα μάτια

και κάποια στιγμή πέρασε 

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013

Συσκευασμένη Ευτυχία #3 / Daedalus Rising

Τρεις και σαράντα οκτώ και πενήντα δευτερόλεπτα.

- Ανάσα δίχως οξυγόνο.
- Δε με νοιάζει.

Παύση.

- Μα..
- Υπάρχουν δυο χιλιάδες εκατόν εβδομήντα τρεις τρόποι.
- Ναι, μα..
- Δυο χιλιάδες εκατόν εβδομήντα τρεις. Έναν έναν τους μέτρησα, να! αν θέλεις, τους μετράμε και μαζί.
- Όχι.
- Δυο χιλιάδες εκατ...
- Όχι.

Παύση.
 
- Υπάρχουν δυο χιλάδες εκατόν εβδομήντα τρεις τρόποι, έναν έναν τους μέτρησα, να!
- Δυο χιλιάδες εκατόν εβδομήντα τρεις.
- Ή δυο χιλιάδες εκατόν εβδομήντα τρεις και τέσσερα καλοκαίρια.
- Δυο χιλιάδες εκατόν εβδομήντα τρεις.
- Ή δυο χιλιάδες εκατόν εβδομήντα τρεις και...
- Και μιαν ανάσα.
- Ή δυο χιλιάδες εκατόν εβδομήντα τρεις και μιαν ανάσα.
- Ποια ανάσα;
- Μια ανάσα πριν το τέλος.
- Ποια ανάσα; 
- Υπάρχουν δυο χιλιάδες εκατόν εβδομήντα τρεις τρόποι.
- Ποια..;
- Υπάρχουν δυο χιλιάδες εκατόν εβδομ...
- ..ανάσα;
- Υπάρχουν δυο χιλιάδες εκατόν εβδομήντα τρεις τρόποι και μια καταραμένη, ελλειπτική, δίχως οξυγόνο, μια καταστροφική, ουτοπικά λαβωμένη, δυσλειτουργική, σιωπηλή κι ανυπεράσπιστη ανάσα.
- Μόνο.
- Μια ανάσα, μόνο.
- Αφού δεν έχω οξυγόνο -πέφτω . . .
- Δεν πέφτεις, πώς πέφτεις; Μην πέφτεις!
- Άσε με να πέσω.
- Μη!
- Άλλο πια, δε  φ ο β ά μ α ι . . .

Παύση.

- Πετάω, βοήθησέ με να πετάξω.
- Τα φτερά λιγάκι να σου σπάσω.
- Πετάω, σα χαρτοπόλεμος, κομφετί.
- Πέφτεις, σαν πτώμα, σα βροχή.
- Πέφτω.
- Μη . . .

Τέσσερις και πενήντα δύο και δέκα δευτερόλεπτα.


στον ορέστη μου, που ήθελε να πετάξει.

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

Συσκευασμένη Ευτυχία #2

Τα σεντόνια εκείνα μύριζαν σκληρό κι αμείλικτο παρελθόν. Δε βράχηκαν ποτέ με συναισθήματα, μόνο με αίμα, αίμα και σπέρμα. Την έβλεπε να κείτεται γυμνή πλάι του, ένα βρώμικο σώμα να συμπληρώνει το μοτίβο της αρρώστιας του, να μοιράζεται τη θλίψη και τη μιζέρια του. Ήταν νέα, ήταν δεν ήταν είκοσι χρονών.
Έγειρε πάνω της, με κάτι σαν -τρυφερότητα δεν το λες- ευγνωμοσύνη μάλλον, ζητιανεύοντας αναμνήσεις. Μέρες είχε να σηκωθεί απ' το κρεβάτι, το στόμα της μύριζε τεκίλα και εμετό, οικεία μυρωδιά, γνώριμη γεύση. Δεν τη φίλησε, ποτέ δεν τη φιλούσε, ήταν τόσο χλωμή, μόνο άνοιξε τα πόδια της και μπήκε μέσα της κάνοντας τη να ανοιγοκλείσει τα μάτια πρώτη φορά μετά από ώρες. Έκλαιγε, βογκούσε και έκλαιγε, έτριζε το παλιό κρεβάτι κι αυτή μόνο έκλαιγε, μόνο πάσχιζε να δοκιμάσει λίγο απ' τα χείλη του.
Σκοτάδι.

- Σας νοιάζομαι.
- Με λυπάσαι.

Δεν ήταν καλλιτέχνης, ούτε ποιητής, ούτε μουσικός, ούτε θεατρίνος. Δεν ήταν μορφωμένος, ούτε ήξερε κάποια τέχνη. Τα 'φερε έτσι η μοίρα που κατάφερε να παρασιτεί σε όλη του τη ζωή. Δεν ήταν μποέμ, δεν ήταν γιος, αδερφός ή πατέρας, δεν είχε ποτέ γυναίκα, μόνο κάτι βρωμικες πόρνες. Ήταν ήδη νεκρός, γέρος και άρρωστος. Το μέλλον της αβέβαιο, το δικό του ήταν παρελθόν. Ήταν μόνο ένας άρρωστος άνθρωπος.


- Κάποτε θα είμαι τα πάντα για σας.
- Μην έχεις ψευδαισθήσεις, καλή μου.
- Κάποτε θα είμαι τα πάντα για σένα.

Γέλασε.

- Κάποτε, ίσως.

Εκείνο το βράδυ τη φίλησε.

Ξαφνικά δεν είχε αρκετά μάτια για να δει, αρκετά χείλη για να νιώσει.


Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2012

Συσκευασμένη Ευτυχία #1

Αναστατωμένη, περπατά βιαστικά. Τρέμει και λίγο. Τικ-τακ. Έχει αργήσει. Δε φταίει, αυτή ποτέ δεν αργεί, κίνηση, πολλή κίνηση. Δε φταίει, αλήθεια. Τα παπούτσια της βουλιάζουν στα βροχόνερα, ήδη νιώθει τα δάχτυλά της να μουλιάζουν. Κοντεύει, ευτυχώς. 
Κοντοστέκεται λίγο, ψάχνει τα κουδούνια. Σχεδόν νευρικά το δάχτυλό της πιέζει το κουμπί. Έφτασε.

- Πότε άρχισαν τα όνειρα;
- Δε θυμάμαι.
- Πότε;
- Ποτέ.

Κι ύστερα σιωπή. Δε θυμάται. 

- Πονάς;
- Δεν ξέρω.
- Πονάς;
- Κάθε μέρα και λιγότερο, γιατρέ.

Μπαίνει στο αυτοκίνητο και φεύγει. Οδηγεί προσεκτικά, δεν τρέχει ποτέ, προσέχει, πάντα πρόσεχε. Ν' αντέξει μόνο μέχρι το φαρμακείο, μετά όλα καλά. Σφίγγει τα χείλη της και προσπαθεί να εστιάσει στο δρόμο. Έχει ιδρώσει, θέλει να φτάσει, πρέπει να φτάσει. Η πόρτα του αυτοκινήτου κλείνει δυνατά πίσω της.
Γυρίζει στο αυτοκίνητο, ανοίγει με λαχτάρα το κουτάκι. Βγάζει το χαπάκι, καταπίνει. Γυρίζει σπίτι, είναι καλά.

Ποτέ δεν ήτανε καλύτερα.



Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

τέλος δεν έχουν οι εραστές

θέλω να γίνω τα χείλη σου
να μου γελάς
τα σωθικά μου να γεμίσουνε καπνό απ' τα τσιγάρα σου
τα μάτια σου, τα γεμάτα υποσχέσεις
μη και στερέψω από σένα
να σμιλέψω πάνω μου τις γωνίες του προσώπου σου
θέλω να γίνω το σώμα σου
να απομνημονεύσω τις ουλές σου, να ανοίξω τις πληγές σου πιο 
πολύ
κι ύστερα να τις αγαπήσω
τα χέρια σου να γίνω μια στιγμή, 
στο πονεμένο μου κορμί να τα κολλήσω
θέλω να γίνω η πιο βαριά αναπνοή σου, η βρώμικη 
απ' το ποτό και τα τσιγάρα
να γίνω θέλω το προσκεφάλι σου
στο στήθος μου μονάχα να κοιμάσαι θέλω
θέλω να γίνω το σπίτι σου
να θες να φύγεις από μένα μα πάντα σε μένα να 
γυρνάς
θέλω να είμαι οι στίχοι του αγαπημένου σου τραγουδιού
να με σιγοψιθυρίζεις στα καταγώγια που συχνάζεις
ο μόνος θεατής στο θέατρό σου να 'μαι γω
να με γκρεμίσεις θέλω και να με ξαναχτίσεις απ' την 
αρχή
θέλω να γίνω το πιο σκληρό ναρκωτικό σου
να σβήνει η ανάσα σου στα ανοιχτά μου πόδια
θέλω να γίνω το σκληρότερο ναρκωτικό σου, το πιο
σκληρό

σε θέλω; 

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2012

ηδονή ανεπαρκής



πέρασε καιρός, θυμάσαι ρε συ;
από τότε που τα χέρια σου χάραζαν τη γυμνή μου
σάρκα
δε με νοιάζει που πια δεν έρχεσαι -αναρωτιέμαι παρ'όλα αυτά
αν θυμάσαι την ανάσα μου να κόβεται σαν μου 
ψιθύριζες πόσο με 
θες
θυμάσαι; 
πως έμαθα να εξαγοράζω τις 
αναστολές σου,
πως είχες γίνει η ενδορφίνη μου ρε
θυμάσαι;
κι αν θυμόσουν ίσως ξαναγράφαμε το αβέβαιο μέλλον μας ρε
ξανά
να θυμάσαι πως ήσουν το άλλο μου μισό μάλλον
ξέρεις ρε, ένα από τα πολλά άλλα μου μισά
απόψε θυμήθηκα πως βαρεθήκαμε την ωραία μας κομεντί
και πως μια μέρα έφυγα γιατί μου είπες δε μοιάζουμε καθόλου, 
θυμάσαι;
μα ίδιοι είμαστε ρε βλάκα, να το θυμάσαι
και μακάρι να ήμουν άλλη 
ή ίσως να το εύχεσαι για τις άλλες που δε θα είναι ποτέ 
εγώ
και να σου λείπω άραγε, τη γεύση τη θυμάσαι; 
δε θυμάμαι να μου λείπεις ρε, αλλά μου λείπει να θυμάμαι
πόσο ήθελες να σε 
θέλω και 
θέλω να με καταστρέψεις, μόνο εσύ
που τόλμησες να με κερδίσεις
θυμάσαι, πόσο προσπάθησες να ξεριζώσεις από μέσα μου 
τον έρωτα;
θυμήσου ρε πόσο πόνεσα και προσποιήθηκα και καταναλώθηκα
και τα βράδια που πλαγιάζαμε με ξένους, τα θυμάσαι; 
και θυμάσαι, τα βράδια που με σκότωνες και τα πρωινά που σε μισούσα, το ξέρω πως
θυμάσαι
σ'αγαπώ, να το θυμάσαι
μη μου μιλάς γι' αγάπες μου είπες, θυμάσαι;


it's you and me baby.. it's always gonna be you and me


Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012

σχήμα θολό


Τρομάζω
στις δυο χιλιάδες σκέψεις μου που 
πρόφτασες
στα ανείπωτα που
άκουσες
στα όνειρά μου που
στοίχειωσες
στη μετέωρη αμηχανία μου.
Και ξαφνικά βούλιαξες
πιο βαθιά μέσα 
μου. 

 
Ας ήταν δυο μέρες μόνο
να 'χα μαζί σου
μια για ν'αρνηθώ την ύπαρξή σου
την άλλη για να μ'αγαπήσεις. 


Give me your eyes, they seem to like my face..

Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2012

Νηπενθής, για σένα..

Αν αφέθηκα στο
τίποτα
κι αν έτρεμα ανεπαίσθητα -ανυποψίαστη
τρυφερότητα-
κάθε φορά που 'γω εσύ
γινόμουν
κι ακέραια αν ήμουν μόνο μακριά
σου
κι αν μ' έχανες πάλι για λίγο,
γύριζα
κι αν έφευγα πάλι
και γύριζα
και πάλι και ξανά αν
επέστρεφα
κι όλο τη σκέψη μου με 'σένα αν
γέμιζα
κι αν περιπλανιόμουν δειλά
στη γοητευτική σου
διαφορετικότητα

το 'κανα μοναχά
την έλλειψή μου για ν'
αγγίξεις
ν' ακούσω το πάτωμα να
τρίζει
αργά το βράδυ να
γυρνάς
και να με
σβήνεις
και 'δω ο τόπος να μη μας
χωράει.


Θα 'θελα τόσο να καταλάβεις.
Τόσο να σου πω.


*αφιερωμένο*

Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2012

Συντομεύετε, παρακαλώ.

Κοιτούσα αλήθειες
υπό γωνία
έρποντας σα σκουλήκι
σε νάρκες νηνεμίας
φορώντας σάρκες αναίσθητες,
αναίσχυντες και απαράμιλλες
σε νοητικά κατασκευασμένους κόσμους
από μελωδικό καπνό
στρόβιλος στα έγκατα της γης
στα πατώματα της υπερβολής
πλάσμα άβουλο
πουλούσα την ψυχή μου στο διάλογο

Έφυγα, ξαναγύρισα, 
πήγα στην πόλη μου, σε άλλες πόλεις, αλήτεψα,
συνέχισα να αλητεύω, ξαναγύρισα,
ποτέ δεν άλλαξα καρούλι,
επιβίωσα, άρπαζα, όλο άρπαζα
μηχανικά -κι όλο κλαίω
τα κούφια μου ονείρατα
έχοντας υπάρξει ον
και μη
ένα έμαθα να λέω
συντόμευε,
συντομεύετε.


χάπι end


Τρίτη 3 Ιουλίου 2012

μια χρωματική πανδαισία, όλη δική μου.

Ίπταμαι, ίπτασαι, δεν
ίπταται
σέρνεται σε σεντόνια απελπισίας
υποφέρει
μουγκρίζει σα χαλασμένο κασετόφωνο
έχει χαραγμένο πρόσωπο
χέρια δεν
έχει
ν'αγκαλιάζει δεν
ξέρει
κι όσο στριφογυρνάει
τις πληγές του ματώνει
είναι αποκρουστικός
όχι αγενής
είναι εξαίσιος στο
ψεύδος
ψελλίζει και ψεύδεται και ψιθυρίζει
'μη φύγεις'
ψιθυρίζει
ψεύδεται
ψελλίζει
'μη φύγεις'
ψιθυρίζει
ψεύδεται
ψεύδεται
ψεύδεσαι
ψεύδομαι
πως χαίρομαι
δε χαίρομαι
τι χαίρομαι
με μελάνια πασσαλείβω
τα ψέματα
και αρέσκομαι να λέω πως χαίρομαι
που υποφέρει
που μουγκρίζει σα χαλασμένο κασετόφωνο
που έχει χαραγμένο πρόσωπο
που χέρια δεν
έχει
που ν'αγκαλιάζει δεν
ξέρει
που δεν αγάπησα ποτέ
τις
ματωμένες του
πληγές.



Μισό Λεπτό
Νασουπω
Σε Μισώ

για να δεις ότι δεν ξέχασα
τα εικοστά τρίτα
γενέθλιά σου. 
Ξοφλήσαμε.