THOUSANDS OF FREE BLOGGER TEMPLATES �

Σάββατο 13 Απριλίου 2013

πεταλούδες στο κρεβάτι

Το σκότωσα, δικό μου να το
κάνω
για πάντα
μ'ακόμα στα σεντόνια μου
αναπνέει
θεέ μου τι γελοίο που μοιάζει
έτσι γυμνό και άχαρο
να παλεύει να ξεφύγει απ' την κραυγή
μου
να ουρλιάζει σα μωρό που 'χασε της
μάνας του το
χέρι
κι ύστερα να ορμάει μέσα μου με
μανία
κι εγώ ν'απεκδύομαι τη
σάρκα μου
να με σβήνει, τσιγάρο στο
μέτωπο
και λίγο πριν γίνουμε αυτό το αλαζονικό,
το ειδεχθές το
ένα
μαχαίρι εγώ κι αυτό
ασάλευτο
και πάνω που 'μεινα μόνη
ξυπνάω και σε βλέπω στα σεντόνια μου να
κλαις.

"Dying 
Is an art, like everything else.
I do it exceptionally well. 
I do it so it feels like hell."

Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

σκυλιά της βροχής, aka rain dogs

πάντα μου μισούσα την άνοιξη
όταν ερχόταν από μόνη της
κυρίως δε
όταν την έφερνε κάποιος


ω
παρήγορο βροχερό πρωινό


Σάββατο 6 Απριλίου 2013

τροχιά ελλειπτική


αποδημείς, αγάπη μου
έκπτωτος πια
απ'ότι λαχταρούσες
σβήνεις σιγά σιγά
όλο και λιγοστεύεις

κι αν σε ζωγράφιζα θα
ήσουν κατάμαυρη κουκκίδα
σ'έναστρο ουρανό



Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

ειδώλου σκέψη

κι ας υποθέσουμε πως 
στον καθρέφτη μέσα
βλέπω σάπια κι αποτρόπαια
κι υπέροχα
απωθημένα
τσαλακωμένα με στάχτη, μ' όνειρο
περίτεχνα στολισμένα με
θραύσματα βραχνά
στα χείλη κοκκινάδι
 
κι αν υποθέσουμε πως
ο καθρέφτης
μαρμαρωμένη μάγισσα είναι
σάρκινη και μοχθηρή
λοβοτομημένη με ουλές
με θάνατο
συνεπαρμένη
κι αν λιώνει, σε χιλιάδες κομμάτια
αν σπάει



μέσα του βλέπω μονάχα τη χλωμάδα μου,
δεν είμαι ακόμα του χεριού του


Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013

passing

έκλαψες, ξαναέκλαψες
περίμενες άσκοπα
δεν το είπες σε κανέναν, το είπες σε όλους
έγραψες, έσκισες τα γραπτά σου, ξαναέγραψες, έκλαψες
ήρθε η α και ήπιατε ό,τι είχες σπίτι σου
μετά έφυγε και έκλαψες
έτρεμες, φώναξες, παρακάλεσες
φοβήθηκες 
περίμενες και περίμενες
έκλαψες και πάλι
έκλεισες τα μάτια

και κάποια στιγμή πέρασε 

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013

Συσκευασμένη Ευτυχία #3 / Daedalus Rising

Τρεις και σαράντα οκτώ και πενήντα δευτερόλεπτα.

- Ανάσα δίχως οξυγόνο.
- Δε με νοιάζει.

Παύση.

- Μα..
- Υπάρχουν δυο χιλιάδες εκατόν εβδομήντα τρεις τρόποι.
- Ναι, μα..
- Δυο χιλιάδες εκατόν εβδομήντα τρεις. Έναν έναν τους μέτρησα, να! αν θέλεις, τους μετράμε και μαζί.
- Όχι.
- Δυο χιλιάδες εκατ...
- Όχι.

Παύση.
 
- Υπάρχουν δυο χιλάδες εκατόν εβδομήντα τρεις τρόποι, έναν έναν τους μέτρησα, να!
- Δυο χιλιάδες εκατόν εβδομήντα τρεις.
- Ή δυο χιλιάδες εκατόν εβδομήντα τρεις και τέσσερα καλοκαίρια.
- Δυο χιλιάδες εκατόν εβδομήντα τρεις.
- Ή δυο χιλιάδες εκατόν εβδομήντα τρεις και...
- Και μιαν ανάσα.
- Ή δυο χιλιάδες εκατόν εβδομήντα τρεις και μιαν ανάσα.
- Ποια ανάσα;
- Μια ανάσα πριν το τέλος.
- Ποια ανάσα; 
- Υπάρχουν δυο χιλιάδες εκατόν εβδομήντα τρεις τρόποι.
- Ποια..;
- Υπάρχουν δυο χιλιάδες εκατόν εβδομ...
- ..ανάσα;
- Υπάρχουν δυο χιλιάδες εκατόν εβδομήντα τρεις τρόποι και μια καταραμένη, ελλειπτική, δίχως οξυγόνο, μια καταστροφική, ουτοπικά λαβωμένη, δυσλειτουργική, σιωπηλή κι ανυπεράσπιστη ανάσα.
- Μόνο.
- Μια ανάσα, μόνο.
- Αφού δεν έχω οξυγόνο -πέφτω . . .
- Δεν πέφτεις, πώς πέφτεις; Μην πέφτεις!
- Άσε με να πέσω.
- Μη!
- Άλλο πια, δε  φ ο β ά μ α ι . . .

Παύση.

- Πετάω, βοήθησέ με να πετάξω.
- Τα φτερά λιγάκι να σου σπάσω.
- Πετάω, σα χαρτοπόλεμος, κομφετί.
- Πέφτεις, σαν πτώμα, σα βροχή.
- Πέφτω.
- Μη . . .

Τέσσερις και πενήντα δύο και δέκα δευτερόλεπτα.


στον ορέστη μου, που ήθελε να πετάξει.

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

Συσκευασμένη Ευτυχία #2

Τα σεντόνια εκείνα μύριζαν σκληρό κι αμείλικτο παρελθόν. Δε βράχηκαν ποτέ με συναισθήματα, μόνο με αίμα, αίμα και σπέρμα. Την έβλεπε να κείτεται γυμνή πλάι του, ένα βρώμικο σώμα να συμπληρώνει το μοτίβο της αρρώστιας του, να μοιράζεται τη θλίψη και τη μιζέρια του. Ήταν νέα, ήταν δεν ήταν είκοσι χρονών.
Έγειρε πάνω της, με κάτι σαν -τρυφερότητα δεν το λες- ευγνωμοσύνη μάλλον, ζητιανεύοντας αναμνήσεις. Μέρες είχε να σηκωθεί απ' το κρεβάτι, το στόμα της μύριζε τεκίλα και εμετό, οικεία μυρωδιά, γνώριμη γεύση. Δεν τη φίλησε, ποτέ δεν τη φιλούσε, ήταν τόσο χλωμή, μόνο άνοιξε τα πόδια της και μπήκε μέσα της κάνοντας τη να ανοιγοκλείσει τα μάτια πρώτη φορά μετά από ώρες. Έκλαιγε, βογκούσε και έκλαιγε, έτριζε το παλιό κρεβάτι κι αυτή μόνο έκλαιγε, μόνο πάσχιζε να δοκιμάσει λίγο απ' τα χείλη του.
Σκοτάδι.

- Σας νοιάζομαι.
- Με λυπάσαι.

Δεν ήταν καλλιτέχνης, ούτε ποιητής, ούτε μουσικός, ούτε θεατρίνος. Δεν ήταν μορφωμένος, ούτε ήξερε κάποια τέχνη. Τα 'φερε έτσι η μοίρα που κατάφερε να παρασιτεί σε όλη του τη ζωή. Δεν ήταν μποέμ, δεν ήταν γιος, αδερφός ή πατέρας, δεν είχε ποτέ γυναίκα, μόνο κάτι βρωμικες πόρνες. Ήταν ήδη νεκρός, γέρος και άρρωστος. Το μέλλον της αβέβαιο, το δικό του ήταν παρελθόν. Ήταν μόνο ένας άρρωστος άνθρωπος.


- Κάποτε θα είμαι τα πάντα για σας.
- Μην έχεις ψευδαισθήσεις, καλή μου.
- Κάποτε θα είμαι τα πάντα για σένα.

Γέλασε.

- Κάποτε, ίσως.

Εκείνο το βράδυ τη φίλησε.

Ξαφνικά δεν είχε αρκετά μάτια για να δει, αρκετά χείλη για να νιώσει.


Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2012

Συσκευασμένη Ευτυχία #1

Αναστατωμένη, περπατά βιαστικά. Τρέμει και λίγο. Τικ-τακ. Έχει αργήσει. Δε φταίει, αυτή ποτέ δεν αργεί, κίνηση, πολλή κίνηση. Δε φταίει, αλήθεια. Τα παπούτσια της βουλιάζουν στα βροχόνερα, ήδη νιώθει τα δάχτυλά της να μουλιάζουν. Κοντεύει, ευτυχώς. 
Κοντοστέκεται λίγο, ψάχνει τα κουδούνια. Σχεδόν νευρικά το δάχτυλό της πιέζει το κουμπί. Έφτασε.

- Πότε άρχισαν τα όνειρα;
- Δε θυμάμαι.
- Πότε;
- Ποτέ.

Κι ύστερα σιωπή. Δε θυμάται. 

- Πονάς;
- Δεν ξέρω.
- Πονάς;
- Κάθε μέρα και λιγότερο, γιατρέ.

Μπαίνει στο αυτοκίνητο και φεύγει. Οδηγεί προσεκτικά, δεν τρέχει ποτέ, προσέχει, πάντα πρόσεχε. Ν' αντέξει μόνο μέχρι το φαρμακείο, μετά όλα καλά. Σφίγγει τα χείλη της και προσπαθεί να εστιάσει στο δρόμο. Έχει ιδρώσει, θέλει να φτάσει, πρέπει να φτάσει. Η πόρτα του αυτοκινήτου κλείνει δυνατά πίσω της.
Γυρίζει στο αυτοκίνητο, ανοίγει με λαχτάρα το κουτάκι. Βγάζει το χαπάκι, καταπίνει. Γυρίζει σπίτι, είναι καλά.

Ποτέ δεν ήτανε καλύτερα.



Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

τέλος δεν έχουν οι εραστές

θέλω να γίνω τα χείλη σου
να μου γελάς
τα σωθικά μου να γεμίσουνε καπνό απ' τα τσιγάρα σου
τα μάτια σου, τα γεμάτα υποσχέσεις
μη και στερέψω από σένα
να σμιλέψω πάνω μου τις γωνίες του προσώπου σου
θέλω να γίνω το σώμα σου
να απομνημονεύσω τις ουλές σου, να ανοίξω τις πληγές σου πιο 
πολύ
κι ύστερα να τις αγαπήσω
τα χέρια σου να γίνω μια στιγμή, 
στο πονεμένο μου κορμί να τα κολλήσω
θέλω να γίνω η πιο βαριά αναπνοή σου, η βρώμικη 
απ' το ποτό και τα τσιγάρα
να γίνω θέλω το προσκεφάλι σου
στο στήθος μου μονάχα να κοιμάσαι θέλω
θέλω να γίνω το σπίτι σου
να θες να φύγεις από μένα μα πάντα σε μένα να 
γυρνάς
θέλω να είμαι οι στίχοι του αγαπημένου σου τραγουδιού
να με σιγοψιθυρίζεις στα καταγώγια που συχνάζεις
ο μόνος θεατής στο θέατρό σου να 'μαι γω
να με γκρεμίσεις θέλω και να με ξαναχτίσεις απ' την 
αρχή
θέλω να γίνω το πιο σκληρό ναρκωτικό σου
να σβήνει η ανάσα σου στα ανοιχτά μου πόδια
θέλω να γίνω το σκληρότερο ναρκωτικό σου, το πιο
σκληρό

σε θέλω; 

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2012

ηδονή ανεπαρκής



πέρασε καιρός, θυμάσαι ρε συ;
από τότε που τα χέρια σου χάραζαν τη γυμνή μου
σάρκα
δε με νοιάζει που πια δεν έρχεσαι -αναρωτιέμαι παρ'όλα αυτά
αν θυμάσαι την ανάσα μου να κόβεται σαν μου 
ψιθύριζες πόσο με 
θες
θυμάσαι; 
πως έμαθα να εξαγοράζω τις 
αναστολές σου,
πως είχες γίνει η ενδορφίνη μου ρε
θυμάσαι;
κι αν θυμόσουν ίσως ξαναγράφαμε το αβέβαιο μέλλον μας ρε
ξανά
να θυμάσαι πως ήσουν το άλλο μου μισό μάλλον
ξέρεις ρε, ένα από τα πολλά άλλα μου μισά
απόψε θυμήθηκα πως βαρεθήκαμε την ωραία μας κομεντί
και πως μια μέρα έφυγα γιατί μου είπες δε μοιάζουμε καθόλου, 
θυμάσαι;
μα ίδιοι είμαστε ρε βλάκα, να το θυμάσαι
και μακάρι να ήμουν άλλη 
ή ίσως να το εύχεσαι για τις άλλες που δε θα είναι ποτέ 
εγώ
και να σου λείπω άραγε, τη γεύση τη θυμάσαι; 
δε θυμάμαι να μου λείπεις ρε, αλλά μου λείπει να θυμάμαι
πόσο ήθελες να σε 
θέλω και 
θέλω να με καταστρέψεις, μόνο εσύ
που τόλμησες να με κερδίσεις
θυμάσαι, πόσο προσπάθησες να ξεριζώσεις από μέσα μου 
τον έρωτα;
θυμήσου ρε πόσο πόνεσα και προσποιήθηκα και καταναλώθηκα
και τα βράδια που πλαγιάζαμε με ξένους, τα θυμάσαι; 
και θυμάσαι, τα βράδια που με σκότωνες και τα πρωινά που σε μισούσα, το ξέρω πως
θυμάσαι
σ'αγαπώ, να το θυμάσαι
μη μου μιλάς γι' αγάπες μου είπες, θυμάσαι;


it's you and me baby.. it's always gonna be you and me