THOUSANDS OF FREE BLOGGER TEMPLATES �

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011

αυτό δεν είναι ποίηση, μόνο νιτρογλυκερινική κραυγή ενός ξωτικού

Ναι, μετά από καιρό επιστρέφω με ένα ακόμη ασυνάρτητο κείμενο.
Και ναι, μετά από καιρό, τις κραυγαλέες μου βλακείες αποκήρυξα σιωπηλά.
Και για να υποστηρίξω το παρελθόν μου είμαι ικανή ν'αλλάξω την ιστορία.
Και δε σας κοροιδεύω, αλλα είμαι ικανή να τα βάλω ακόμη και με τη φύση αν δεν ανταποκρίνεται στις αισθητικές μου απόψεις.
Λυπάμαι πολύ αλλά διαψεύδω τις ελπίδες σας εδώ και τώρα.
Μερικά λάθη είναι πια λάθη, μα έχει κι άλλα που εξακολουθούν να είναι προσφορά.
Γι'αυτό σας ρίχνω λάσπη και κοροιδεύω τη μαυρίλα σας.
Σας λείπει βασικά η στενή επαφή με την επιφάνεια της γης και η συλλογικότητα.
Προδοτικά εγκαταλείπετε το πιο χαλασμένο κομμάτι του κόσμου σας.
Ομολογουμένως, από καλλιτεχνική άποψη, μέχρι που αγγίζετε συναισθήματα σχεδόν ανθρώπινα.
Αλλά στην πλειοψηφία σας έχετε περισσότερο τάσεις που φανερώνουν παρακμή, καμιά φορά μάλιστα φτάνουν στα όρια της απόλυτης αφαίρεσης.
Παίρνετε για σκιές τις απλές αποχρώσεις, για φανταστείτε τι φρίκη.
Είμαι αισιόδοξη παρόλ'αυτά.
Πιστεύω πως τα πράματα δεν είναι τόσο άσχημα για να μη μπορείτε να λέτε στους ανθρώπους την αλήθεια.
Απροπό, τα μεγάλα λόγια έχουν ένα καλό: μπορεί να κρυφτεί πίσω τους ένας μικρός άνθρωπος.
Εμένα βασικά μ'ενδιαφέρουν τα ελαφρά αναγνώσματα, μην κοιτάτε τώρα.
Μια μέρα μου 'ρθε η όρεξη να ζωγραφίσω τη νύχτα. Πήρα ένα άσπρο κραγιόνι, ένα κομμάτι χαρτί και άρχισα να ζωγραφίζω. Πάνω στην ώρα ήρθε ο Εφιάλτης και με ρώτησε τι φτιάχνω. ''Ζωγραφίζω τη νύχτα'', του αποκρίθηκα. Με κορόιδεψε. ''Άσπρη νύχτα, που ακούστηκε;''. Μου κακοφάνηκε. 
"Μη σκας, υπάρχουν και χειρότερα'', μούγκρισε κάτω απ' το παράθυρό μου μια αγελάδα, και πάνω στη σόμπα έβρασε και χύθηκε ο καφές.
Νευρίασα, άρπαξα τον καφέ και τον έχυσα πάνω στη ζωγραφισμένη νύχτα. Ο γείτονας πήρε την αγελάδα του κι έφυγε, κι ο Εφιάλτης με χτύπησε στην πλάτη: ''Τα βλέπεις, τώρα είναι άλλο πράμα, τώρα είναι νύχτα πραγματική. Μοσχοβολάει κιόλας. Αυτό θα πει ρεαλισμός'', είπε κι έφυγε. 
Δεν ξέρω ακριβώς τι θα πει ρεαλισμός, μα κείνο που ξέρω είναι πως τα λόγια του δεν με ευχαρίστησαν. Γιατί η μαύρη η νύχτα, η θεοσκότεινη, δεν μ'αρέσει καθόλου.
Καμιά φορά η ίδια η αλήθεια λέει, αλήθεια δεν υπάρχει. Έτσι, από φρονιμάδα.
Η μάσκα είναι το μόνο πρόσωπο που διαλέγετε μοναχοί σας. 
Έχετε τόσο πολλή συνείδηση που χωρίς κόπο, πουλάτε μπόλικη.
Και μη φοβάστε, αφού δεν έχετε αξία, δεν κινδυνεύετε τουλάχιστον να υποτιμηθείτε.

Ω αστερόεν ηλεκτροσόκ του ελέους ο αιώνιος πόλεμος ξεκίνησε.

Τρίτη 24 Μαΐου 2011

μινόρε της στάχτης

Δώδεκα.
Αν πέθαινα, πένα στο χέρι σφίγγοντας
πρελούδια λάσπης θα 'γραφα
που σε κάνουν να φτύνεις τ' αποτσίγαρα
τη μουχλιασμένη λάβα της ψυχής σου
να καις
και να κλαις τ'αποκαϊδια της.

Δύο και τέταρτο.
Λερωμένα σκιάχτρα υψώνω
μια πόρπη
από παλάμες βρώμικων χεριών
σε δωμάτια πνιγηρά
από γέλιο που
με στροβίλιζε στη δίνη του.


Τέσσερις και έξι λεπτά.
Μ'ένα χάδι
του μυαλού μου τα σημάδια ν'ανατρέπεις
μέσα στη μνήμη μόνο
αναθεωρημένο πάθος
αράχνη με πολλαπλές κατόψεις
το χάσμα διεκδικεί.

Πέντε και μισή.
Σ'ένα ποτήρι μπράντι
να πνίγω την οδύνη στο μεδούλι
να χαμογελώ δίχως χείλη
τη σκέψη μου που ανέρχεται σε νεκρά μέλη
δάκρυα εξιλέωσης
κι αθέατες μάζες.

Ξημέρωσε.
Κι αν έπεφτε σκιά
κι αν την ομίχλη προσκαλούσες
θα ήμουν κι εγώ
ανούσια παρουσία
λόγια δίχως λέξη
τρελαίνομαι.

Σκέψεις στεγνού μυαλού σε μια στεγνή εποχή.
Γιατί δικό σου είναι το βασίλειο.

Δευτέρα 9 Μαΐου 2011

Τίτλος

Είμαι ένα πλάσμα εφήμερο, αδύναμο, καμωμένο από λάσπη και ονείρατα.
Μα μέσα μου νογώ να στροβιλίζονται όλες οι δυνάμεις του σύμπαντος....


Θέλω το ποίημα να είναι θλίψη
Από αυτές που σε κρατούν στο δρόμο
Γιατί μόνο εκεί διαιρείς τη μέρα όπως εσύ θες,
ή είσαι απλά ο εαυτός σου
Αν μπορούμε να μιλήσουμε για ιδεολογίες.

Εφησυχάζεσαι στην επιφάνεια κάθε τρυφηλού
αντικειμένου
Ή σε μαλθακές γιορτές
Θύμα αβρότητας με τρόπους οκνηρούς
Αηδιαστικά αποπλανητικός
Με τη ζωή να τρέχει τόσο γρήγορα
Που καταφέρνεις να μένεις πάντα πίσω



Μερικές φορές γύρισε το κεφάλι και σε κορόιδεψε
Ποτέ δεν θα μ' ακολουθήσεις,
φωνάζουν τα μάτια της.


Λες και δεν ξέρεις τι τρέχει.


Το ωραίο πεθαίνει.


''When the still sea conspires in armor''
Το ποίημα δεν είναι δικό μου. Γράφτηκε από αγαπημένο μου πρόσωπο. Ανώνυμο.

Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2011

a world of her own. a world of glass ornaments.

Hello.
Goodbye.
Been a long distance woman, the one who fell in love with long distances.
And every time you come in yelling that goddamn rise and shine, like rise and shine,
I say to myself how lucky dead people are! 
But I get up. I go!
For sixty-five dollars a month I give up all that I dream of doing and being ever.
And you say self, self's all I ever think of.
But the wonderfullest trick of all was the coffin trick.
I nailed you into a coffin but you got out of the coffin without removing one nail. 
There is a trick that would come in handy for me, get me out of this two-by-four situation.
You know my ambitions do not lie in the warehouse, that like everybody in the whole wide world.
I've had to make sacrifices, but life's not easy, it calls for Spartan endurance.
You are the only young man that I know who ignores the fact that
the future becomes the present, the present becomes the past, 
and the past turns into everlasting regret if you don't plan for it.
This was the compensation for lives that passed like mine, without any change or adventure.
Adventure and change were imminent in this year.
They were waiting around the corner for all these kids.
Suspended in the mist over Berchtesgaden, caught in the folds of Chamberlain's umbrella.
In Spain there was Guernica.
But here there was only hot swing music and liquor, dance halls, bars, and movies,
and sex that hung in the gloom like a chandelier and flooded the world with brief, deceptive rainbows.
All the world was waiting for bombardments.
You told me all pretty girls are a trap, a pretty trap, and men expect them to be.
I know I seem dreamy, but inside, well, I'm boiling.
Whenever I pick up a shoe, I shudder a little thinking how short life is and what I am doing.
Whatever that means, I know it doesn't mean shoes, except as something to wear on a traveler's feet.
You think of yourself as having the only problems, as being the only one who is disappointed.
But just look around you and you will see lots of people as disappointed as you are.
You don't know things anywhere.
You live in a dream: you manufacture illusions.
I didn't go to the moon, I went much further, for time is the longest distance between two places.
Glass breaks so easily. 
No matter how careful you are.
For nowadays the world is lit by lightning.
Blow out your candles and so, goodbye.




Affected by The Glass Menagerie of Tennessee Williams.

Τρίτη 28 Δεκεμβρίου 2010

she wore blue velvet

έχω την αίσθηση ότι όλα γυρίζουν
ότι η γη είναι μια σβούρα, ένα κακοστημένο έργο
ένα ατελείωτο όχι, μια άσκοπη καταμέτρηση απώλειας
ένα ποίημα καταραμένου ποιητή

μπαλώματα τα κείμενά μου σε ύφασμα σκισμένο
μνήμες που δεν έλιωσαν ποτέ
είναι το βράδυ ένας τρόπος να κοιμάμαι
και το πρωί να πνίγομαι στο φως σου

κάπου ακούγονται ψίθυροι, κρυφή προσευχή
δυο λόγια στο περιθώριο
δυο ρωγμές που φτύνουν δάκρυ
οι τρύπες των ματιών μου

επαίτης νεκρού ονείρου
κυρίως ανόητος
σκουριασμένο κορμί που πετά στο ημίφως
κι οι στάχτες της θλίψης κουρέλια πάνω σου

το σαμποτάζ του χρόνου, δαίμονα
και η αδρεναλίνη του θανάτου
της άρρωστης ψυχής σου
κάπου να 'σουν κι εσυ

παραμύθι με τέλος θρίλερ
έτσι τα θέλω τα παραμύθια μου
με βία, σεξ και λογική
σάπιες υπάρξεις και φαντάσματα

γιατί οι λέξεις μου πεθαίνουν στο χαρτί
μουτζούρες από ανεξίτηλο μελάνι
και γύρω μου οι άνθρωποι κοιτούν μ'αδιαφορία
την κατάρα να με σέρνει

και το κάθε μου κύτταρο να καίγεται
να χάνεται, να ξερνάει μνήμες
λήθη που πέφτει αστερόσκονη
θάνατος που ορίζει νέες ζωές σε ψόφια κουφάρια

κι όλη μου η ζωή μια ξεφτισμένη σελίδα
ένα σπασμένο πιάνο
μια παλιά φωτογραφία
κι εσύ.


ονειρεύτηκα πολύ μια μικρή ανεμώνη...κι έτσι ξέχασα να ζήσω..

Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2010

alienor

c'était le bruit
à ce moment là
un drôle de bruit
quelque chose différent
il l'a vue
elle n'écoutait pas
mais il l'a vue partir
au moins il l'a vue
elle avait des os en verre
et parfois son cœur était cassant
il ne parlait plus
parce que de temps en temps
le temps sont durs pour le rêveurs
elle n'était l'étoile de personne


et nous étions proche, si proche, toujours plus proche..

Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2010

the will to death

choking with my own saliva
love, look what you've done..
keep thinking of words i wish i'd forget.
my room's full of smoke and mirrors
empty bottles full of stubs
archive singing violently that feeble melody
you know, the one i sang for you.
cold hands trembling, love
me mumbling words, something like love, love
love, isn't it what made you nervous, love?
love, isn't it forbidden?
love, love, love, now i can scream it on the phone
yes, i can piss you off again, you know?
but you ain't listening, you ain't listening..
love, i'm talking about love, if you know what i'm saying.
no disrespect, but that's what you are, love.
what you've never felt, love, what you'll never feel.
i suppose.
thought i knew, but i didn't
thought you cared, but you didn't.
being afraid of your everything
but still being afraid of everything without you.
love, i hate you.

Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2010

only this and nothing more--

so, when you think you're falling
open your arms
and pretend you're flying.
the fall might hurt the same
but the way will be happier-
more innocent-
easier, calmer-
and when those days come
those days, you know i'm sorry
when you can't sleep, can't dream anymore
when you keep listening to the same discordant melody
when you make the same dull dim-remembered story, i'm sorry
when you laugh at me, but smile no more, i'm sorry
i'm sorry
when those days come-
but don't forget
don't you forget, love
by no fear this soul is driven-
cause enamoured heart
makes the words tremble
ceases the blood in the veins
blushes with love-
doesn't exist anymore-
fading memory, love-
''no more! alas that magical sad sound
transforming all! thy charms shall please no more!
thy memory no more!''
accursed...mind-
stupid spectator in a stupid drama
in a motley situation, an invisible barrier
mime that mumbles his words-
empty room, haunting you
or not
whatever-
sweet duty, gone away-
nothing but a heartache everyday--

Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010

personal responsibility.

Πονάς; Πονάω.
Άσε. Θα υπάρξει χρόνος.
"Θα υπάρξει χρόνος να σκοτώσεις και να δημιουργήσεις.
Να προετοιμάσεις ένα πρόσωπο να συναντήσει πρόσωπα που συναντάς.
Και χρόνος για όλα τα έργα και τις ημέρες των χεριών.
Που υψώνονται και ρίχνουν μια ερώτηση στο πιάτο σου.
Χρόνος για σένα και χρόνος για μένα.
Και χρόνος ακόμη για εκατό αβουλίες.
Και για εκατό θεωρήσεις και αναθεωρήσεις."
Έτσι είπε ο Έλιοτ, αγάπη μου.
Έτσι είπες κι εσύ. Κι ο τάδε, κι αυτός τα ίδια είπε.
Επίδειξη γνώσης. Μεγαλείου. Αποτυχημένου παρελθόντος.
Να προσπαθείς να ξεσκεπάσεις την αλήθεια, να επαληθεύσεις τα λανθασμένα δεδομένα σου. Και να επανεξετάζεις γεγονότα, υπάρξεις, δεσμεύσεις, λόγια, υποσχέσεις, αρμονίες, σοφίες.
Μα η σοφία δεν επιδέχεται απόδειξη, αγάπη μου, κι αυτό στο λέω εγώ, το είπε κι η άλλη, κι ετούτος εδώ.
Κι ο χρόνος. Μια ιδέα είναι, γιατί να τρέχεις, να τον παρακολουθείς;
Κι εσύ εκεί. Να βλέπεις τα σημάδια, να ακολουθείς τα νήματα, να ψάχνεις τα νοήματα.
Σαν να υπήρχες και να 'ξερες πραγματικά κάτι απ' τη ζωή μου.
Σαν να 'χες ακούσει κάτι. Κάτι που μου 'χες πει κρυφά πριν από τότε.
Έχεις ακούσει ποτέ πόσο ωραίο είναι να μιλάς; Πόσο όμορφα, σμιλευμένα θα 'λεγε κανείς, με σκοτώνεις;
Βουβές, άλαλες κραυγές, του πλήθους κραύγες, δικές σου κραυγές.
Σαρκαστικά πρόσωπα, μελωδικές μορφές, με τον εαυτό μου στην κορυφή, κι εμένα στον πάτο.
Ανακαλύπτω, αγάπη μου. Ανακαλύπτω και εκφράζομαι. Και αψηφώ και εκφράζομαι και ζω.
Και απαιτώ και βασίζομαι και αναζητώ και δεν κάνω τίποτα, κάνοντας τα πάντα.
Γιατί χωρίς εσένα και χωρίς εμένα και χωρίς εμάς, περιφερόμαστε άσκοπα εμείς οι δύο, να ξέρεις, το ξέρεις.
Γιατί φεύγουμε και αποφεύγουμε, φεύγουμε και πάλι γυρίζουμε εδώ, πάλι οι δυο μας.
Και θα μπορούσα για πάντα να συνεχίσω να γράφω, χωρίς νόημα, αηδίες, ασυναρτησίες.
Όπως θα μπορούσες για πάντα να υπάρχεις όπως είσαι.
Δε με αγγίζει ο χρόνος. Είμαι ο χρόνος.
Κοίτα.. Tο ξέρω ότι πονάς.

Κυριακή 11 Ιουλίου 2010

.άσπρο.

Γκζζ. Μπζζ. Γκρρρ. Μπντρκγκρρρ. Ακατανόητοι ήχοι, λέξεις δίχως νόημα. Ψέματα. Κομμένα και ραμμένα στα μέτρα σου. Κακογραμμένοι στίχοι, παράφωνες μελωδίες. Αλήθειες. Αλήθειες που ήταν μες στις χούφτες σου, σπαρταρούσαν εκεί, μέσα στα δάχτυλά σου, κι εσύ τις άφησες να σου φύγουν. Ηλίθιε.
Ανάβεις το δεν-ξέρω-και-γω-ποιο τσιγάρο και ξύνεις με τα δάχτυλα τους σοβάδες από το μουχλιασμένο τοίχο, λευκή σκόνη, να σκορπίζουν στο πάτωμα. Χάρηκες. Μόνο μυτιές που δεν έριξες. Δέκα και τέταρτο. Ένα βράδυ ζεστό, υγρό, βασανιστικό, με μια μυρωδιά σαπίλας να διαπερνά τα μέλη σου. Να θες να φωνάξεις, να ουρλιάξεις, να τα πεις χύμα, μια-δυο κουβέντες στο περιθώριο, προτού σου φορέσουν το κοστούμι σου, σε ντύσουν με το πιο σοβαρό σου θλιβερό πρόσωπο και σε αραδιάσουν στη θέση του ομιλητή. Χμ, δε μοιάζεις καθόλου σαν εκείνους τους άγευστους τύπους των συνεδρίων και των λοιπών ψευτοπαραστάσεων. Μέσα στον καθρέφτη δείχνεις τελείως διαφορετικός. Η σκιά σου.
Δε λυπάσαι. Δεν τους λυπάσαι τους ανθρώπους. Τους αγαπάς. Ή τους μισείς. Ο οίκτος πονάει κι η αδιαφορία. Δε χρειάζεσαι τις άχρηστες και άκαιρες δικαιολογίες, εκείνες που διαρκούν όσο δυο-τρεις ψεύτικοι οργασμοί και αρπάζεις τις στιγμές που είχες αγγίξει μόνο στα όνειρα σου, τις στιγμές που δεν είχες καν ονειρευτεί. Και ξαφνικά νιώθεις τρομερά την ανάγκη του καπνού, μιας ανάμνησης. Μιλώντας, θα εκπλαγείς εσύ ο ίδιος με την υπακοή σου, θα τεντώσεις το λαιμό σου υπερήφανα, καθώς θαρραλέα θα βαδίζεις προς τη γκιλοτίνα. Μόνος.
Συγνώμη, λάθος. Συγνώμες, συγνώμες, κι άλλες συγνώμες. Κυρίως συγνώμες. Τόσες, που τις βαρέθηκες. Τόσες, που άμα τις μαζέψεις όλες μαζί θα κάνεις ένα κουβάρι συγνώμες. Ρίχνεις κι εσύ το μίτο, να βρεις μιαν άκρη, αλλά σιγά. Μαλακίες. Και άλλα πολλά. Ψέματα, αλήθειες, μπερδεμένα κι αυτά στο μίτο, μαλακίες, κρασιά, ξενύχτια, φιλοσοφίες, έρωτες, ταξίδια, αηδίες. Τα βαρέθηκες κι αυτά, κι εσένα, κι αυτές κι αυτούς. Βαρέθηκες. Τις συγνώμες κυρίως. Τις συγνώμες σου, τις συγνώμες ενός και μιας τυχαίας, τις συγνώμες κάτι ανόητων, γελοίων. Μην ξεχνάς ν'ακούς τις συγνώμες σου, αυτές εκεί, τις ανατριχιαστικές συλλαβές που βγαίνουν από τη μαύρη τρύπα που έχεις για στόμα. Να τις ακούς, γιατί κανείς άλλος δεν τις ακούει. Μόνο όταν έχεις πια σωπάσει, τότε η σιωπή σου γίνεται εκκωφαντική, τότε η κρεμάλα γίνεται παράδεισος και η τρέλα προορισμός. Τότε θα εκρήγνυσαι. Μαγεία.
Και καμιά φορά θυμάσαι ότι υπάρχω. Πέτυχες τελικά, με έκανες αόρατη. Άχρωμη και πολύχρωμη. Ταυτόχρονα. Για φαντάσου. Κι εκεί που τα 'χα όλα, δεν έχω τίποτα. Και βρίσκομαι αγκαλιά μ'ένα τηλέφωνο, μ'ένα ανώνυμο γράμμα.
Ανώνυμο γράμμα προς ανώνυμο αποστολέα. Μια κόπια δίσκου σε χαλασμένο γραμμόφωνο. Μια παράφωνη μελωδία, ένας κακογραμμένος στίχος. Ένας άσχημος ήχος. Μια αποτυχημένη προσπάθεια. Ένας ανεκπλήρωτος έρωτας.
Και εκφωνείς το λόγο σου σε άδεια άιθουσα. Μ'εμένα μόνο ακροατή.
"Μερικές φορές πρέπει να χάσεις τον έλεγχο μόνο και μόνο για να πεις ότι τον έχασες. Καληνύχτα σας."
Βεβαίως κύριε Πρόεδρε. Ό,τι πείτε.



_Αφιερωμένο_