THOUSANDS OF FREE BLOGGER TEMPLATES

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

Συσκευασμένη Ευτυχία #2

Τα σεντόνια εκείνα μύριζαν σκληρό κι αμείλικτο παρελθόν. Δε βράχηκαν ποτέ με συναισθήματα, μόνο με αίμα, αίμα και σπέρμα. Την έβλεπε να κείτεται γυμνή πλάι του, ένα βρώμικο σώμα να συμπληρώνει το μοτίβο της αρρώστιας του, να μοιράζεται τη θλίψη και τη μιζέρια του. Ήταν νέα, ήταν δεν ήταν είκοσι χρονών.
Έγειρε πάνω της, με κάτι σαν -τρυφερότητα δεν το λες- ευγνωμοσύνη μάλλον, ζητιανεύοντας αναμνήσεις. Μέρες είχε να σηκωθεί απ' το κρεβάτι, το στόμα της μύριζε τεκίλα και εμετό, οικεία μυρωδιά, γνώριμη γεύση. Δεν τη φίλησε, ποτέ δεν τη φιλούσε, ήταν τόσο χλωμή, μόνο άνοιξε τα πόδια της και μπήκε μέσα της κάνοντας τη να ανοιγοκλείσει τα μάτια πρώτη φορά μετά από ώρες. Έκλαιγε, βογκούσε και έκλαιγε, έτριζε το παλιό κρεβάτι κι αυτή μόνο έκλαιγε, μόνο πάσχιζε να δοκιμάσει λίγο απ' τα χείλη του.
Σκοτάδι.

- Σας νοιάζομαι.
- Με λυπάσαι.

Δεν ήταν καλλιτέχνης, ούτε ποιητής, ούτε μουσικός, ούτε θεατρίνος. Δεν ήταν μορφωμένος, ούτε ήξερε κάποια τέχνη. Τα 'φερε έτσι η μοίρα που κατάφερε να παρασιτεί σε όλη του τη ζωή. Δεν ήταν μποέμ, δεν ήταν γιος, αδερφός ή πατέρας, δεν είχε ποτέ γυναίκα, μόνο κάτι βρωμικες πόρνες. Ήταν ήδη νεκρός, γέρος και άρρωστος. Το μέλλον της αβέβαιο, το δικό του ήταν παρελθόν. Ήταν μόνο ένας άρρωστος άνθρωπος.


- Κάποτε θα είμαι τα πάντα για σας.
- Μην έχεις ψευδαισθήσεις, καλή μου.
- Κάποτε θα είμαι τα πάντα για σένα.

Γέλασε.

- Κάποτε, ίσως.

Εκείνο το βράδυ τη φίλησε.

Ξαφνικά δεν είχε αρκετά μάτια για να δει, αρκετά χείλη για να νιώσει.


Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

Συσκευασμένη Ευτυχία #1

Αναστατωμένη, περπατά βιαστικά. Τρέμει και λίγο. Τικ-τακ. Έχει αργήσει. Δε φταίει, αυτή ποτέ δεν αργεί, κίνηση, πολλή κίνηση. Δε φταίει, αλήθεια. Τα παπούτσια της βουλιάζουν στα βροχόνερα, ήδη νιώθει τα δάχτυλά της να μουλιάζουν. Κοντεύει, ευτυχώς. 
Κοντοστέκεται λίγο, ψάχνει τα κουδούνια. Σχεδόν νευρικά το δάχτυλό της πιέζει το κουμπί. Έφτασε.

- Πότε άρχισαν τα όνειρα;
- Δε θυμάμαι.
- Πότε;
- Ποτέ.

Κι ύστερα σιωπή. Δε θυμάται. 

- Πονάς;
- Δεν ξέρω.
- Πονάς;
- Κάθε μέρα και λιγότερο, γιατρέ.

Μπαίνει στο αυτοκίνητο και φεύγει. Οδηγεί προσεκτικά, δεν τρέχει ποτέ, προσέχει, πάντα πρόσεχε. Ν' αντέξει μόνο μέχρι το φαρμακείο, μετά όλα καλά. Σφίγγει τα χείλη της και προσπαθεί να εστιάσει στο δρόμο. Έχει ιδρώσει, θέλει να φτάσει, πρέπει να φτάσει. Η πόρτα του αυτοκινήτου κλείνει δυνατά πίσω της.
Γυρίζει στο αυτοκίνητο, ανοίγει με λαχτάρα το κουτάκι. Βγάζει το χαπάκι, καταπίνει. Γυρίζει σπίτι, είναι καλά.

Ποτέ δεν ήτανε καλύτερα.



Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

τέλος δεν έχουν οι εραστές

θέλω να γίνω τα χείλη σου
να μου γελάς
τα σωθικά μου να γεμίσουνε καπνό απ' τα τσιγάρα σου
τα μάτια σου, τα γεμάτα υποσχέσεις
μη και στερέψω από σένα
να σμιλέψω πάνω μου τις γωνίες του προσώπου σου
θέλω να γίνω το σώμα σου
να απομνημονεύσω τις ουλές σου, να ανοίξω τις πληγές σου πιο 
πολύ
κι ύστερα να τις αγαπήσω
τα χέρια σου να γίνω μια στιγμή, 
στο πονεμένο μου κορμί να τα κολλήσω
θέλω να γίνω η πιο βαριά αναπνοή σου, η βρώμικη 
απ' το ποτό και τα τσιγάρα
να γίνω θέλω το προσκεφάλι σου
στο στήθος μου μονάχα να κοιμάσαι θέλω
θέλω να γίνω το σπίτι σου
να θες να φύγεις από μένα μα πάντα σε μένα να 
γυρνάς
θέλω να είμαι οι στίχοι του αγαπημένου σου τραγουδιού
να με σιγοψιθυρίζεις στα καταγώγια που συχνάζεις
ο μόνος θεατής στο θέατρό σου να 'μαι γω
να με γκρεμίσεις θέλω και να με ξαναχτίσεις απ' την 
αρχή
θέλω να γίνω το πιο σκληρό ναρκωτικό σου
να σβήνει η ανάσα σου στα ανοιχτά μου πόδια
θέλω να γίνω το σκληρότερο ναρκωτικό σου, το πιο
σκληρό

σε θέλω; 

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2012

ηδονή ανεπαρκής



πέρασε καιρός, θυμάσαι ρε συ;
από τότε που τα χέρια σου χάραζαν τη γυμνή μου
σάρκα
δε με νοιάζει που πια δεν έρχεσαι -αναρωτιέμαι παρ'όλα αυτά
αν θυμάσαι την ανάσα μου να κόβεται σαν μου 
ψιθύριζες πόσο με 
θες
θυμάσαι
πως έμαθα να εξαγοράζω τις 
αναστολές σου,
πως είχες γίνει η ενδορφίνη μου ρε
θυμάσαι;
κι αν θυμόσουν ίσως ξαναγράφαμε το αβέβαιο μέλλον μας ρε
ξανά
να θυμάσαι πως ήσουν το άλλο μου μισό μάλλον
ξέρεις ρε, ένα από τα πολλά άλλα μου μισά
απόψε θυμήθηκα πως βαρεθήκαμε την ωραία μας κομεντί
και πως μια μέρα έφυγα γιατί μου είπες δε μοιάζουμε καθόλου, 
θυμάσαι;
μα ίδιοι είμαστε ρε βλάκα, να το θυμάσαι
και μακάρι να ήμουν άλλη 
ή ίσως να το εύχεσαι για τις άλλες που δε θα είναι ποτέ 
εγώ
και να σου λείπω άραγε, τη γεύση τη θυμάσαι
δε θυμάμαι να μου λείπεις ρε, αλλά μου λείπει να θυμάμαι
πόσο ήθελες να σε 
θέλω και 
θέλω να με καταστρέψεις, μόνο εσύ
που τόλμησες να με κερδίσεις
θυμάσαι, πόσο προσπάθησες να ξεριζώσεις από μέσα μου 
τον έρωτα;
θυμήσου ρε πόσο πόνεσα και προσποιήθηκα και καταναλώθηκα
και τα βράδια που πλαγιάζαμε με ξένους, τα θυμάσαι
και θυμάσαι, τα βράδια που με σκότωνες και τα πρωινά που σε μισούσα, το ξέρω πως
θυμάσαι
σ'αγαπώ, να το θυμάσαι
μη μου μιλάς γι' αγάπες μου είπες, θυμάσαι;


it's you and me baby.. it's always gonna be you and me


Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

σχήμα θολό


Τρομάζω
στις δυο χιλιάδες σκέψεις μου που 
πρόφτασες
στα ανείπωτα που
άκουσες
στα όνειρά μου που
στοίχειωσες
στη μετέωρη αμηχανία μου.
Και ξαφνικά βούλιαξες
πιο βαθιά μέσα 
μου. 

 
Ας ήταν δυο μέρες μόνο
να 'χα μαζί σου
μια για ν'αρνηθώ την ύπαρξή σου
την άλλη για να μ'αγαπήσεις. 


Give me your eyes, they seem to like my face..

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

Νηπενθής, για σένα..

Αν αφέθηκα στο
τίποτα
κι αν έτρεμα ανεπαίσθητα -ανυποψίαστη
τρυφερότητα-
κάθε φορά που 'γω εσύ
γινόμουν
κι ακέραια αν ήμουν μόνο μακριά
σου
κι αν μ' έχανες πάλι για λίγο,
γύριζα
κι αν έφευγα πάλι
και γύριζα
και πάλι και ξανά αν
επέστρεφα
κι όλο τη σκέψη μου με 'σένα αν
γέμιζα
κι αν περιπλανιόμουν δειλά
στη γοητευτική σου
διαφορετικότητα

το 'κανα μοναχά
την έλλειψή μου για ν'
αγγίξεις
ν' ακούσω το πάτωμα να
τρίζει
αργά το βράδυ να
γυρνάς
και να με
σβήνεις
και 'δω ο τόπος να μη μας
χωράει.


Θα 'θελα τόσο να καταλάβεις.
Τόσο να σου πω.


*αφιερωμένο*

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012

Συντομεύετε, παρακαλώ.

Κοιτούσα αλήθειες
υπό γωνία
έρποντας σα σκουλήκι
σε νάρκες νηνεμίας
φορώντας σάρκες αναίσθητες,
αναίσχυντες και απαράμιλλες
σε νοητικά κατασκευασμένους κόσμους
από μελωδικό καπνό
στρόβιλος στα έγκατα της γης
στα πατώματα της υπερβολής
πλάσμα άβουλο
πουλούσα την ψυχή μου στο διάλογο

Έφυγα, ξαναγύρισα, 
πήγα στην πόλη μου, σε άλλες πόλεις, αλήτεψα,
συνέχισα να αλητεύω, ξαναγύρισα,
ποτέ δεν άλλαξα καρούλι,
επιβίωσα, άρπαζα, όλο άρπαζα
μηχανικά -κι όλο κλαίω
τα κούφια μου ονείρατα
έχοντας υπάρξει ον
και μη
ένα έμαθα να λέω
συντόμευε,
συντομεύετε.


χάπι end


Τρίτη, 3 Ιουλίου 2012

μια χρωματική πανδαισία, όλη δική μου.

Ίπταμαι, ίπτασαι, δεν
ίπταται
σέρνεται σε σεντόνια απελπισίας
υποφέρει
μουγκρίζει σα χαλασμένο κασετόφωνο
έχει χαραγμένο πρόσωπο
χέρια δεν
έχει
ν'αγκαλιάζει δεν
ξέρει
κι όσο στριφογυρνάει
τις πληγές του ματώνει
είναι αποκρουστικός
όχι αγενής
είναι εξαίσιος στο
ψεύδος
ψελλίζει και ψεύδεται και ψιθυρίζει
'μη φύγεις'
ψιθυρίζει
ψεύδεται
ψελλίζει
'μη φύγεις'
ψιθυρίζει
ψεύδεται
ψεύδεται
ψεύδεσαι
ψεύδομαι
πως χαίρομαι
δε χαίρομαι
τι χαίρομαι
με μελάνια πασσαλείβω
τα ψέματα
και αρέσκομαι να λέω πως χαίρομαι
που υποφέρει
που μουγκρίζει σα χαλασμένο κασετόφωνο
που έχει χαραγμένο πρόσωπο
που χέρια δεν
έχει
που ν'αγκαλιάζει δεν
ξέρει
που δεν αγάπησα ποτέ
τις
ματωμένες του
πληγές.



Μισό Λεπτό
Νασουπω
Σε Μισώ

για να δεις ότι δεν ξέχασα
τα εικοστά τρίτα
γενέθλιά σου. 
Ξοφλήσαμε.

Πέμπτη, 31 Μαΐου 2012

Ρετροσπεκτίβα ηλιθίων

Δαιμονισμένη ενοχή
ολόκληρο οπτικοακουστικό δοκίμιο αντιεπιστημονικής φαντασίας
ούτε στάλα δραματικότητα στην αφήγηση
μόνο αλήθεια, γυμνή κι ακόμα πιο δυσβάσταχτη
μέθοδος δι' αρχαρίους εραστάς
δαμάζω το χρόνο
σε μηχανή του μπαρόκ
στιλ σκανδαλώδες και ανυπόστατο
και περιθωριακό και αρτιστίκ
αισθηματοποιώ τη μεγαλομανία μου με ναρκισσισμό
μύθος της ανυποταγής
ή μάλλον όχι
της πολύχρωμης αταξίας
ενός ροκ βιασμού
σκονισμένου οργασμού
μιας τραγικωμωδίας ή ίσως μιας ίντριγκας
ζωγραφίζω κανίβαλους σε χρυσόχαρτο
βλέπω αναλώσιμο πορνό
μαθαίνω την τέχνη της λογοκρισίας
πράσινα παράλογα και σκεπτόμενους πολέμους
δημιουργώ μεθύσια χωρίς αλκόολ
κεφάλια δίχως κόκα
μορφίνη άνευ πόνου και αιτίας
αναλογίας ένα προς εκατόνσαρανταεπτά
είμαι αραχνοϋφαντη ηδονολεξίας
κατά βάσιν αισιόδοξη πόρνη της διανόησης
πέτρα ψαλίδι μολύβι σκουφί
δυόμισι άνθρωποι μιλούν με στόμφο
για σαμπουάν που εκρήγνυνται
τι κάνετε, πώς είστε χρυσή μου;
γοητεία της μπλόφας, χα
μιλάω με διχο-γνωμικά
με το ατόφιο σκληρό φλέρτ της παρακμής
σνιφάρω απαγορευμένες νότες
ηχηρό χάος
κάνω τράκα λίγη πλάκα

μα, σας παρακαλώ, μην πυροβολείτε τους διανοούμενους

διακηρύσσω την απόλαυση του απόντος
με μια νουάρ Ρετροσπεκτίβα.

Με ρο κεφαλαίο.


Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012

O

πάει καιρός και
έχασα
τη φωνή σου δεν
ξέχασα
κατάφερα και παρασιτώ
και όλους τους
τους ξεγελάω
σα να μην ήσουνα ποτέ
εδώ
κι έμεινες μιαν άχρηστη επαφή
ένα ξένο σώμα
το νούμερο που μου ρουφάει την ψυχή
777724279
αυτό ήτανε θαρρώ
μα γαμώτο
πώς ξέχασες
κι εγώ γιατί
θυμάμαι;
με κείνα τα ξέφτια
σε κρατάω ακόμα
ζωντανό
τίποτα ας μην πω
μόνο ότι λείπεις και
μου λείπεις

σιωπή

Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

σκέψη

κρεμασμένη απεγνωσμένα
από ξένα σώματα-
φεύγω
ήσουν κάποτε μαχαίρι ατσάλινο
αλύγιστο, πονάω
και σαν πασχίζω
με βιάση
τις ρωγμές σου να
αποτινάξω
πάντα μέσα πιστά
σε κουβαλώ
στο άπειρο 
το τραγούδι εκείνο
αποζητώ
στα πρόσωπα του κόσμου
εκείνη τη θλίψη να γυρέψω
κι αν παράλληλα
βαδίζεις
ας μη σε δω ποτέ
αρκεί να σου πω μονάχα
σ'αγαπώ...μαμά

η νεύρωση είναι δημιουργική, περίπου


Ήταν ουρλιαχτό και ήταν ψίθυρος
και κάθε που ανοίγω το παράθυρό μου, ακούω
πότε ουρλιαχτό και πότε τη βραχνή σου φωνή να σέρνεται νωχελικά
μου αρέσουν τα πουά, ο γιατρός μου είναι αισιόδοξος
δεν ήξερα πως δεν υπήρχες, να υπάρχω δεν ήξερα
έλα, πάρε με
πάω την τρέλα μου ταξίδι και τα χάπια μου είναι απαραίτητα
κόκκινα, μαύρα, μωβ, εγώ είμαι το πουά
συναισθηματική ψυχωσική συνδρομή είπε θαρρώ
εγώ δεν ξέρω, δεν άκουγα
έπαιζα με χρυσόσκονη, σκέτο θέατρο οι άνθρωποι
η μάνα σου είπε στη δική μου ότι γράφεις, ψέματα
καλά έκανα και την κοπάνησα
είμαι άλλωστε στυγνή καλλιτέχνιδα, 28% πίσσα
καμιά εξάρτηση, μόνο μικρά πουά χαπάκια και σεξ
με δανεικά αγόρασα την τελευταία δόση σχιζοφρένειας και ξόφλησα
μετά μ' έδιωξες, εφτά το πρωί ήταν μάλλον
και ήρθε το μπλε, το έκανα δικό μου
αιμορραγώ, δε θυμάμαι πότε έφυγες, δεν πρόλαβα, απλά δεν
ήρθες πρώτη φορά, είπες σ'αγαπώ
τα ξημερώματα εξαφανίστηκες απ' το κρεβάτι
τώρα τις νύχτες δεν κοιμάμαι, ζωγραφίζω τολίπες καπνού
πρέπει ν'αγαπάς; δε γίνεται χωρίς;
συστέλλομαι, λατρεύω τα άτσαλά σου γράμματα, έγραφα κι εγώ παλιά
μια φορά μόνο, δε σ' έχω ανάγκη
μόνο για να κοιμάμαι ίσως, τελείωσαν τα χάπια
συχώρα με όπου να 'ναι θα περάσει η επίδραση
θα είμαι φευγάτη πάλι, νευρωτική κι αληθινή
όχι
σου επιτρέπω να με αγγίξεις μέσα απ' τη σάρκα
αρκεί να μαζέψεις τα αίματα μετά, διόλου όμορφο θέαμα, βρέχει
φτάνει πια
τόλμησα να σφιχτώ πάνω σου λίγο πριν τελειώσεις τον καφέ
ζάχαρη να βάλω;
η ζωή δεν έχει πλάκα, πάω να κοιμηθώ
ξέχασα, δε μπορώ

το νούμερο που καλέσατε δεν αντιστοιχεί σε συνδρομητή.

Μη σώσει

Τρίτη, 10 Απριλίου 2012

σεισάχθεια και πόνος αρτιστίκ

Είμαι μια κρύα φθινοπωρινή σονάτα
καμωμένη από θραύσματα ψυχών 
κι αν προσποιούμαι
είναι που λατρεύω τη φωνή
τη γεμάτη απορία και λάσπη
και κάπου στο βάθος με τρώει
το γιατί που δε μπόρεσα
το κακοφορμισμένο εάν
η δίψα εκείνη που με πάθος
πολέμησα
μια ιεροτελεστία θανάτου
κέρδισα
τον τάφο μου μέσα σου
ω, ονειρική μου ανεπάρκεια
κι αν υπάρχεις
ας υπάρχεις
για να υπάρχω
τίποτα άλλο
ίσως
το μόνο δυσκολότερο απ' το να τραβήξω το βλέμμα μου από τη σκιά
είναι τούτη η καληνύχτα

εε δεν πειράζει,
η ζωή στα
προσεχώς.


Είμαι εθισμένη στον πόνο. 
Είμαι άρρηκτα συνδεδεμένη με την απώλεια. 
Από χθες νιώθω ότι έκανα ένα βήμα προς το να αγαπήσω αυτή μου τη μικρότητα..

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

Desdemona



Times they are a-changing, ρε συ. Τι, γέρασε ο Dylan και τον ξέχασες;
Είναι επειδή ξέχασες εκείνο το ιστορικό ταξίδι ή μήπως επειδή εγώ το θυμάμαι ακόμα;
Κάθομαι σπίτι με τις πόρτες και τα παράθυρά μου ανοιχτά, ελπίζοντας να πάρουν επιτέλους σχήμα οι επιθυμίες μου, να τις αναγνωρίσω.
Μετά θα πράξω τα δέοντα.
Τα συμβάντα πολλά κι εγώ μικρή για ν'αντισταθώ. 
Στριμωχτήκαμε εκείνη την αυγουστιάτικη νύχτα στο διαλυμένο πλην μάχιμο κόκκινο σαραβαλάκι σου και από εκείνη την ώρα γκρεμίστηκε ο κόσμος μου.   
Χρωματική Ουτοπία.
Χωθήκαμε στα βερολινέζικα σοκάκια, high on life baby.
Κάτι είχε αυτή η νύχτα, κάτι που σου έκλεβε τη χαρά.
Μιλούσα, όλο μιλούσα κι εσύ σώπαινες, όλο σώπαινες.
Ουρλιάζω, ουρλιάζω κι όλο βουλιάζω, μουλιάζω, βαλτόνερα.. 
Μου έκλεψες τη φωνή, το γράμμα αυτό δικό σου.
Έχεις πάρει πάλι το ύφος ικεσίας και αηδίας, σαν να λες έλεος, φτάνει πια. 
Σε φθείρω, θέλω να σε φθείρω, να σε λιώσω, να χαθείς, να σαπίσεις στο πιο ανήλιαγο μπουντρούμι της ψυχής μου.
Τώρα όμως είμαστε πάλι μαζί και δε σου κρατάω κακία, no hard feelings.
Θα δεις, κάποια στιγμή θα την ξεχάσουμε την ιστορία μας, και θα γυρίσουμε σελίδα και θα περάσουν τα χρόνια κι οι καιροί κι αυτό που θα έχει μείνει και στους δυο μας θα 'ναι μονάχα η μυρωδιά της καραμέλας.
Εντάξει, σε μένα και το σαράκι. ''Να τρώει τη σάρκα μου σαν τύψη'', που λέει κι ο μαέστρος της παρακμής.
Και σε σένα μια σειρά φωτογραφίες.
Άλλωστε, ξέρω ότι οι άντρες δε μπορούν να κάνουν αλλιώς, έτσι είναι φτιαγμένοι, χάλια, πάει και τελείωσε, η αλήθεια είναι βέβαια πως ούτε οι γυναίκες είναι πολύ καλύτερες, γι'αυτό η αγάπη είναι κάτι που θα αποτύχει έτσι κι αλλιώς.
Άσε που αγάπη είναι λέξη Ανέφικτη. Ναι, με Α κεφαλαίο. Πόσο μάλλον ο έρωτας.
Μην κάνεις έτσι αγάπη μου, δεν πρόκειται περί κανενός μυστηρίου. Μια απλή έκρηξη ορμονών είναι ο λεγόμενος κεραυνοβόλος έρωτας.
Μια άχαρη στιγμή ευαίσθητων σκέψεων.
Και τώρα πάλι από μέσα σου με λες ειρωνική και κυνική.
Και έχεις αυτό το απεχθές βλέμμα που με κάνει να κλείνω τα μάτια από αποστροφή.
Και στην πραγματικότητα δεν έχω κανένα συναίσθημα.
Μόνο για κείνον ίσως.
Πρόκειται για έναν ρομαντικό νεκρό, θαρρώ πως τον λέγαν Ζόφο, με ένα ποτήρι αψίνθι στο χέρι του.
Ναι, αγάπη μου.
Το έργο μου βασίζεται σε οξύ σουρεαλισμό, εγωπάθεια και υδροκυάνιο.
Θα σου κρατήσω μια θέση στο ''κάδρο των δωδεκάμιση'', με κρακ και άσπρη σκόνη, ain't it fun?
Η ζωή σου ελκόταν από το πλαστό, την επιδειξιομανία.
Η δική μου απλώς γυρνούσε γύρω από τον άξονά σου.
Πάρε με μαζί, έστω κι από συνήθεια.

Εντάξει Σοφία, ποτέ δεν ήσουν και βαρώνη Σταφ, αλλά σήμερα τις συνήθεις κακίες σου τις πουλάς κομμάτι πιο αιχμηρά.

Αυτό βρήκες να μου πεις. 

Quelle decadence..

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

every something is an echo of nothing

Γενάρης

μέσα μου 
σαν ήλιος

Φλεβάρης

ανάμεσα στη 
σιγουριά και στον 
ίλιγγο
είσαι η διάφανη 
ισορροπία

Μάρτης 

κι αφήνεσαι να 
ιδωθείς 
ενώ με 
βλέπεις

Απρίλης

κανένας δεν 
υπάρχει 
ούτε καν ο εαυτός 
σου 
και ότι δεν 
υπάρχει
είναι 
φως

Μάης

τα χέρια 
μου 
ανακαλύπτουν 
άλλο κορμί για το
κορμί σου

Ιούνης

και τα μάτια σαν 
κλείνω
εσένα μοναχά 
θωρώ
το καλοκαίρι 
μου

Ιούλης

γλώσσα
γυναίκας
που λέει 
ναι 
στη ζωή

Αύγουστος

πώς να 
ξέρεις 
αν ζεις
και πώς να 
ξεχάσεις
ότι ξέρεις;

Σεπτέμβρης

ξέρεις πως είσαι 
ζωντανός 
(εντός 
παρενθέσεων)

Νοέμβρης

μπαίνω απ' τα 
μάτια 
σου 
βγαίνεις απ' το 
στόμα 
μου

Δεκέμβρης

ακόμα είσαι 
ζωντανή 
στο κέντρο μιας 
πληγής 
ακόμα φρέσκιας 


Μίλησα με γλώσσα αιμάτινη.
Αυτοί ήταν. Οι δώδεκα μήνες της ζωής μου.
Σας αγαπώ

Ν
Κ
Α
Α
Θ
Ν
Ζ
Α
Ο
Β
Α